30 Μαΐ 2007

Τόσο μακριά, τόσο κοντά.

Είχα την ευτυχία ή ατυχία (ανάλογα πως το δεις) να γεννηθώ στις αρχές της τρελής-τρελής δεκαετίας του '80 και να είμαι το πρώτο παιδί ενός ζευγαριού που ακόμα έψαχνε να καταλάβει γιατί παντρεύτηκε. Στην προσπάθειά τους αυτή οι γονείς μου, δεν είχαν πολύ χρόνο να διαθέσουν στην ανατροφή μου, οπότε με "πάρκαραν" στη γιαγιά και τον παππού (από την πλευρά της μάνας μου) και έγινα παιδί του Σαββατοκύριακου, αν και όχι του κάθε Σαββατοκύριακου μιας και, μην ξεχνάτε, το '80 σήμαινε τρία κυρίως πράγματα: κακογουστιά στο ντύσιμο, τόνους λακ στο μαλλί και DISCO!!! Με είχαν πάρει μερικές φορές μαζί τους στις εξόδους τους. Πρώτη φορά πρέπει να ήμουν τεσσάρων χρονών. Mε θυμάμαι ανεβασμένη στο τραπεζάκι να χορεύω μαζί με τον πατέρα μου. Από τότε ήμουν νυκτόβιο πλάσμα!
Μου έλειπαν οι γονείς μου. Όχι πως δεν πέρναγα υπέροχα με τους παππούδες μου. Αλλά κάθε φορά που με "αδειάζανε", κλεινόμουν στο δωμάτιο της γιαγιάς και κλαίγοντας έπαιζα παιχνίδια με τις λέξεις: "Πότε θα έρθουν να με πάρουν?" - "Ποτέ δεν θα έρθουν." - "Πότε θα έρθουν να με πάρουν?" - "Ποτέ δεν θα έρθουν". Και αυτός ο ψαλμός συνεχιζόταν ακατάπαυστα μέχρι το κλάμα να με κουράσει και να πέσω ξερή για ύπνο στο κρεββάτι της γιαγιάς.

(ΟΚ. Στάση για σκέψη. Από που ξεκίνησα και που θέλω να καταλήξω? Αν αφήσω το κουβάρι να με πάει όπου θέλει, θα μείνω εδώ να γράφω μέχρι τα δάχτυλα μου να ακινητοποιηθούν από την κούραση ή τα βλέφαρα μου να κλείσουν.)

Ήθελα να μιλήσω για τον παππού μου. Έναν άνθρωπο πέρα για πέρα ανατρεπτικό. Ένα σκανταλιάρικο παιδί που απλά δεν αποφάσισε ποτέ να μεγαλώσει. Στο χωριό που μεγάλωσε ήταν ο φόβος και ο τρόμος. Κάτι σαν τον Ντένις τον τρομερό. Μια μέρα μάζεψε καμιά δεκαριά χελώνες. Έκλεψε κεριά από την εκκλησία και τους τα κόλλησε στην πλάτη. Μόλις σουρούπωσε άναψε τα κεριά και αμόλησε τις χελώνες μέσα στο νεκροταφείο. Το χωριό χτισμένο σε πλαγιά είχε ανεμπόδιστη θέα στο νεκροταφείο, με αποτέλεσμα οι συγχωριανοί του να πάθουν αμόκ από τα περιπλανόμενα φώτα - σίγουρα βδεληρά πνεύματα τριγυρνούσαν στο χωριό!! Την ιστορία αυτή, καθώς και πολλές άλλες μου τις διηγόταν τα μεσημέρια όταν πέφταμε για ύπνο. Τον άκουγα χωμένο κάτω από τις κουβέρτες να κρυφογελάει με τα "ανδραγαθήματα" του, τα οποία παρεμπιπτόντως είναι επιβεβαιωμένα από περισσότερες από μία πηγές. Μου έλεγε επίσης ένα σωρό παραμύθια. Όχι τα χιλιοδιαβασμένα στυλ Άντερσεν, αλλά παραμύθια λαϊκά. Για ξωτικά και νεράιδες που χορεύουν στις ρεματιές ενώ όλα τα ζωντανά τριγύρω (πρόβατα, σκυλιά και τσοπάνηδες) λούφαζαν δίπλα στα πουρνάρια και στριμώχνωνταν για να νιώσουν το ένα την παρουσία του άλλου και να αποδιώξουν από πάνω τους το δέος και την παγωμένη ανάσα του ανεξήγητου που έριχνε κρύους κουβάδες ιδρώτα στις ράχες τους. Ο παππούς μου με έμαθε να πιστεύω στις νεράιδες. Μια πίστη, που καμία ασχήμια ή πραγματικότητα δεν πρόκειται να την ακυρώσει.
Πολύ συχνά πηγαίναμε με τον παππού μου στο χωριό που γεννήθηκε. Απέχει γύρω στα 10 km από το χωριό που μένω, αλλά και που πλέον έμενε κι αυτός. Το σπίτι εκεί έχει μισογκρεμιστεί από τα χρόνια, αλλά το χωριό έχει πολλές πηγές με ιαματικά νερά που αναβλύζουν από ένα, εδώ και αιώνες σβησμένο ηφαίστειο της περιοχής. Κατεβαίναμε παρέα στο ρέμα και περπατούσαμε στις όχθες μέχρι να φτάσουμε στις πηγές. Γέμιζε μπετόνια με νερό (βρώμαγε κλούβιο αυγό λόγω των θειούχων ενώσεων, αλλά έκανε καλό στο στομάχι) και με άφηνε να κυνηγάω βατράχια και να πετάω πέτρες στα ψαράκια στην ακροποταμιά. Όταν τελειώναμε με έπαιρνε στα χέρια του και πηδώντας από βραχάκι σε βραχάκι φτάναμε στην μεγάλη πλατιά πέτρα στη μέση του ρέματος , όπου καθόμασταν κάτω από υπεραιωνόβιους πλατάνους για κολατσιό. Πόσες κουβέντες... πόσες αναμνήσεις.
Μεγαλώνοντας έγινε Χωροφύλακας και ίσως από τους αντιδραστικότερους που είχαν περάσει από το σώμα. Επί δικτακτορίας, δημοκρατικός - επί μεταπολίτευσης, βασιλικός. Μετά ψήφιζε Πασοκ για χατήρι της μάνας μου. (Ήταν τρελός σας λέω ο άνθρωπος!) Τον είχαν λυσσάξει στις μεταθέσεις. Αλλά ακόμα και εκεί παιδί ήταν. Μια φορά είχε κλείσει αποβραδίς στο συρτάρι του διοικητή του μια γάτα, στης οποίας την ουρά είχε δέσει τενεκεδάκια. Το έρμο το ζωντανό αφήνιασε όλο το βράδυ. Το πρωί, και σαν κάθησε ο διοικητής του στο γραφείο και έκανε να ανοίξει το συρτάρι του, πετάχτηκε, μπροστά ο διάολος και πίσω ο τέτζερης. Έφτινε και έβριζε ο διάολος με την μεταλλικά του μπάντα να τον συνοδεύει. Μάρμαρο ο διοικητής, κατουρημένο πάνω του από τα γέλια το τμήμα. Θα ήταν ενδιαφέρον να μετρήσουμε τελικά ποιός φοβήθηκε περισσότερο. Ο άνθρωπος ή το γατί?
Τα χρόνια πέρασαν όμως, και από παιδί μπήκα στην άχαρη ηλικία της εφηβείας. Ο παππούς μου έπαψε να είναι μια από τις αγαπημένες μου παρέες. Το να πάω να τον δω (μιας και πλέον έμενα με τους δικούς μου) ήταν χειρότερο και από αγγαρεία, εκτός βέβαια από την πρώτη κάθε μήνα που έμπαινε η σύνταξη και έπεφτε το σχετικό, γενναιόδωρο χαρτζιλίκι. Αλήθεια, για πόσα αργύρια τον πρόδωσα?
7 Γεννάρη: Ήταν η γιορτή μου. Πήγαινα για μάθημα και τον πέτυχα στο δρόμο να πηγαίνει βόλτα με το ποδήλατό του στο καφενείο. Σταμάτησε, μου έδωσε λεφτά για την γιορτή μου και μου ζήτησε να πάω να τους δω κάποια μέρα. Φυσικά και δεν πήγα.
9 Γεννάρη: Ο ανηψιός του (γιός του αδερφού του) παντρευόταν. Εγώ δεν πήγα στον γάμο. Πολύ un-cool (για να χρησιμοποιήσω εκφράσεις τις εποχής) κατάσταση για τα γούστα μου. Όλο το σόι και οι φίλοι του μαζεμένοι. Εκείνο το βράδυ έδωσε ρέστα. Έφαγε, ήπιε, χόρεψε, γλέντησε, θυμήθηκε, συγκινήθηκε.
10 Γεννάρη: Ξημέρωμα. Σηκώθηκε να πάει στο κτήμα. Το αγαπούσε πολύ. Τόσο πολύ που φαντάζομαι πρέπει να σκέφτηκε: "Θεέ μου, μακάρι να μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα". Και μάλλον ο Θεός εισάκουσε την δέησή του. Δεν γύρισε ποτέ. Η καρδιά του σταμάτησε εκεί. Στο αγαπημένο του μέρος, έχοντας, μόλις το προηγούμενο βράδυ, δει και χαιρετήσει όλους τους ανθρώπους που αγαπούσε.

Μου λείπει πολύ ο παππούς μου. Δεν ξέρω τι με έπιασε και αποφάσισα να του κάνω αυτό το μνημόσυνο. Πάνε 13 χρόνια από τότε. Αλλά ούτε για μια στιγμή δεν απαλλάχτηκα από τις τύψεις. Τύψεις που δεν έψαξα, δεν προσπάθησα, δεν βρήκα περισσότερες ευκαιρίες να του πω πόσο τον αγαπάω και πόσο σημαντικός ήταν για μένα. Δεν ξέρω τι συμβαίνει "μετά". Αλλά θα ήθελα να πιστεύω πως βρίσκεται κάπου και με νιώθει. Είναι κάπου εκεί και με ακούει. Με ακούει να του λέω:
"Παππού μου, σ' αγαπώ πολύ"


ΥΓ.: Το ξέρω ότι ίσως θεωρηθεί ότι είμαι παρανοϊκή ή ότι οι αναμνήσεις θόλωσαν τη λογική και την κρίση μου. Δέκα λεπτά από όταν έγραψα αυτές τις σκέψεις (είμαι του hard-copy εγώ) πέρασα από το σπίτι της γιαγιάς μου να την δω. Με έστειλε στον κήπο να της μαζέψω πορτοκάλια. Σκαρφαλωμένη στο δέντρο, ανάμεσα στους πορτοκαλανθούς, τον ένιωσα. Γιατί αν ο παππούς μου ήταν άρωμα θα μύριζε σαν τις πορτοκαλιές του. Τώρα ξέρω πως όχι μόνο με άκουσε, αλλά, με τον τρόπο του, μου απάντησε κιόλας.

Άνοιξη

Χθές, μια πεταλούδα με φίλησε στη μύτη. Με βρήκε ξαπλωμένη και ανοιχτή, να περιμένω το πρώτο, της άνοιξης, φιλί. Άργησε, αλλά ήρθε.

24 Μαΐ 2007

Πρωτοβουλίες :P

1. Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Να βρω το μαγικό ραβδί που θα κάνει πραγματικότητα όλα τα όνειρά μου. Ή αλλιώς να κερδίσω το Joker.

2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Το αναθεματισμένο το ξυπνητήρι.

3. Η μεγαλύτερη μαλακία που έχετε πει σε κάποιον και την έχει πιστέψει;
Στους γονείς μου, αλλά είναι μεγάλη ιστορία για να την επεξηγήσω εδώ. Το μόνο σίγουρο είναι πως έπρεπε να έχω πάρει Oscar ερμηνείας. Είμαι η πουτάνα άμα θέλω....

4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;
Η αναβλητικότητα, η τεμπελιά και η αχαλίνωτη φαντασία.

5. Το βασικό ελάττωμά σας;
Η αναβλητικότητα, η τεμπελιά και η αχαλίνωτη φαντασία.

6. Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Σε αυτά που έγιναν με καλό σκοπό, αλλά με λάθος τακτική.

7. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με τον Νέρωνα. Burn, baby, burn!

8. Ποιοι είναι οι ήρωες σας σήμερα;
Οι άνθρωποι που έχουν την υπομονή και την επιμονή να διεκδικήσουν τα όνειρά τους και να εκπληρώσουν τους στόχους τους όσο μικροί ή μεγάλοι και αν είναι.

9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Ο δρόμος. Όπου και αν οδηγεί.

10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Μπρόντιγκαν, Σινουέ, Ράιντ, Ρόμπινς, Αλιέντε, Πίλτσερ, Μουράτ.

11. Αγαπημένη ταινία;
Κουρδιστό πορτοκάλι.

12. Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
Το άρωμα του ονείρου - Τομ Ρόμπινς

13. Χειρότερο τραγούδι όλων των εποχών;
Οτιδήποτε έχει γραφτεί από την μουσική επιτροπή του Je t'aime.

14. Τι νοσταλγείτε πιο πολύ απ’ όλα;
Την αθωότητα των παιδικών μου χρόνων. Κοινότυπο μεν, αληθινό δε.

15. Κανένα σοκαριστικό μυστικό έχετε;
Υπερβολικά πολλά.

16. Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Ότι επί δύο ολόκληρα χρόνια παραμένω συγκεντρωμένη σε ένα στόχο και προσπαθώ κάθε μέρα για την εκπλήρωσή του. Με άλλα λόγια, η αλλαγή του χαρακτήρα μου σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα που μου έχει στοιχίσει πολύ.

17. Τι θα παίρνατε μαζί σας αν ήταν να ζούσατε στο "Μικρο Σπίτι στο Λιβάδι" ;
Τσιγάρα.

18. Το αγαπημένο σας χρώμα;
Μπλέ ηλεκτρίκ.

19. Αγαπημένος τρόπος αυτοκτονίας;
Ο κατά λάθος. Καφρίλα!!

20. Το αγαπημένο σας ποτό;
Τεκίλα.

21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Που δεν είμαι όσο καλός άνθρωπος θα ήθελα να είμαι.

22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;
Τις κατσαρίδες.

23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
...Γαμώτο! Μόλις συνειδητοποίησα πόσο άδεια είναι η ζωή μου. Βασικά τίποτα. Και τα πάντα. Σκατά! Μπερδέυτηκα.

24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Ο θάνατος.

25. Μεγαλύτερο ψέμα;
Αλήθεια σου λέω.

26. Ποιο είναι το μότο σας;
Δεν βαριέσαι! Κι αύριο μέρα είναι. ( Η αναβλητικότητα που λέγαμε.)

27. Πως θα επιθυμούσατε να ζήσετε;
Με μαγικό ραβδί ή με δουλοπρεπές τζίνι.

28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Την αλήθεια.

29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Επαναπροσδιορισμού της πραγματικότητας και αυτοκαθορισμού.

22 Μαΐ 2007

Το μουσικό μου κόλλημα αυτόν τον καιρό.

I play dead by Bjork

Darling stop comfusing me
With your wishful thinking
Hopeful embraces
Don't you understand?
I have to go through this
I belong to here where
No-one cares and no-one loves
No light no air to live in
A place called hate
The city of fear
I play dead

I play dead
It stops the hurting
I play dead
And the hurting stops
It's sometimes just like sleeping
Curling up inside my private tortures
I nestle into pain
Hug suffering
Caress every ache
I play dead
It stops the hurting
I play dead


Music video

21 Μαΐ 2007

Αυλαία (Επιτέλους)

-Γιατί ξαναήρθες;
- ...
-Δεν μιλάς; Απάντησέ μου.
- ...
-Είσαι απρόσκλητος επισκέπτης εδώ. Εδώ είναι το προσωπικό μου κολαστήριο. Εδώ καλώ όποιους θέλω εγώ. Και εσένα δεν σε κάλεσε κανείς.
-Συγνώμη.
-Όχι πια συγνώμες. Έχω σιχαθεί να ακούω αυτή τη λέξη. Το μυαλό μου δεν αντιλαμβάνεται πλέον το νόημα της. Κουφια λέξη.
-Σε πόνεσα;
-Όχι.
-Αλήθεια λες;
-Ναι. Δεν με πόνεσες. Ή μάλλον δεν με πόνεσες απλώς. Έσκισες το δέρμα μου και ράντιζες με αλάτι την ανοιγμένη σάρκα μου. Και ύστερα μου έλεγες τα πιο γλυκά λόγια και μου χάιδευες τις πληγές.
-Μα σε χάιδευα!
-Και με πονούσες περισσότερο έτσι. Νομίζοντας πως έτσι με ανακούφιζες, παρέτεινες το μαρτύριό μου.
-Δεν το ήθελα.
-Τι σημαίνει δεν το ήθελα;
-Τι θα μπορούσε να σημαίνει;
-Λες δηλαδή πως η συμπεριφορά σου ήταν αποτέλεσμα σκέψης κάποιου άλλου; Λες πως σε χειραγώγησαν;
-Εμένα;! Ποτέ και κανείς! Δεν είμαι έρμαιο κανενός εγώ!
-Άρα για να κάνεις ότι έκανες το σκέφτηκες πρώτα. Και αν το σκέφτηκες και παρόλα αυτά το έπραξες, το ήθελες. Δεν έχεις δικαιολογίες πια. Αρκετά σε έχω δικαιολογήσει.
-Μα εγώ σ' αγαπώ.
-Και εγώ σ' αγαπώ. Γι' αυτό σου λέω φύγε προτού σε σιχαθώ τελείως. Θέλω να σε κρατήσω όσο το δυνατόν πιο καθαρό στη μνήμη μου.
-Δεν μπορείς...
-Δοκίμασέ με. Απλά φύγε!
-Μα αφού μ' αγαπάς!
-Ναι, αλλά όχι αρκετά. Γιατί βλέπεις αγαπάω εμένα περισσότερο από εσένα.

Τοίχοι

Ξημέρωσε και φτιάχνω ξανά παραμύθια για να έχω να κρύβομαι. Φτιάχνω εικόνες για να έχω προορισμούς. Μέσα σε τέσσερις τοίχους σαλπάρω για το άγνωστο. Από την δύση στην ανατολή και πάλι πίσω. Καράβι αγέρωχο μέσα στην τρικυμία η ελπίδα. Κι ένα ζευγάρι μάτια τυφλωμένα η συντροφιά.

Χειροποίητες χιλοπίτες (το έδεσμα)

Μία πολύ αγαπημένη μου κυρία, που όμως αν και ελληνίδα μεγάλωσε και έζησε για πολλά χρόνια στο εξωτερικό και επομένως δεν μιλάει καλά ελληνικά, ήρθε να κάνει επίσκεψη στο σπίτι μου. Έφερε διάφορα πεσκέσια, ανάμεσα στα οποία και χειροποίητες χιλοπίτες. Η συζήτηση μεταξύ μας:
-Σου έφερα και χιλοπίτες.
-Αχ κυρία Ζωή, δεν ήταν ανάγκη.
-Τις φτιάχνει ένας ανιψιός μου σε μια μικρή μονάδα που έχει.
-Ααα, πολύ ωραία.
-Είναι χειροποίητες!
-Μα δεν μου φαίνονται χειροποίητες κυρία Ζωή.
-Όχι αλήθεια, η συνταγή είναι από την Χειροποία.
- ....?

6 Μαΐ 2007

Έχω χάσει το μπαλάκι; Ποιό μπαλάκι;

Προφανώς έχουν αγριέψει τα πράγματα. Αλλιώς δεν μπορώ να το κατανοήσω. Γιατί φοβόμαστε να δείξουμε στους άλλους ότι τους συμπαθούμε; Διαρκώς κρατάμε πισινές. Είναι πιθανό στο παρελθόν να την έχουμε πατήσει και να φοβόμαστε να ανοιχτούμε. Αλλά ειλικρινά, δεν ξέρω κατά πόσο μου αρέσει να ζω φυλακισμένη σε ένα καβούκι. Δεν λέω! Προσφέρει προστασία, αλλά περιορίζει το εύρος κινήσεων. Περιορίζει την έκφραση των πραγματικών δυνατοτήτων μας. Ίσως να τα σκέφτομαι αυτά για να μην απογοητεύομαι. Ότι δηλαδή, οι άνθρωποι φοβούνται να δώσουν και όχι ότι είναι κενοί συναισθημάτων και άρα ανίκανοι να δώσουν. Όμως τα συναισθήματα είναι σαν τα χρήματα. Αν δεν τα χρησιμοποιήσεις, η αξία τους αλλά και η ουσία τους, δεν είναι άλλη από απλά κομμάτια χρωματιστό χαρτί. Τι να το κάνω να σε αγαπάω, όταν δεν γίνεσαι αποδέκτης της αγάπης μου; Και δεν εννοώ ερωτικά μόνο. Ποιό είναι το νόημα να συμπαθώ κάποιον και να μην δίνω στον εαυτό μου τη δυνατότητα, (θες από φόβο μην παρεξηγηθώ; θες για να μην πληγωθώ;) να το εκφράσει έμπρακτα.
Πρόσφατα έκανα μια άτυπη κοινωνιολογική έρευνα. Από εκείνες που κάνεις όταν αράζεις κάπου με ένα ποτάκι στο χέρι και παρακολουθείς τον κόσμο γύρω σου. Σάββατο βράδυ. Στο οπτικό μου πεδίο παίζαν, στάνταρ, 20-25 άτομα. Κάποιοι σταθεροί, κάποιοι διερχόμενοι. Από τους 25, οι 22 ήταν άντρες και maximum 3 ήταν γυναίκες. Κόλλησα και για ώρα μέτραγα γυναίκες στο "πλάνο". Ποτέ πάνω από 3 ταυτόχρονα. Και αυτές ήταν ζευγαρωμένες ή παρεάκι με άλλη κοπέλα. Άντρες - άντρες - άντρες. Και όλοι στην μεταξύ τους παρέα και μόνο. Πέρναγε κάποιο καλό "κομμάτι" κοίταζαν, χασκογελούσαν μόνοι τους και τέρμα. Ούτε να προσπαθήσουν να μιλήσουν, ούτε να προσεγγίσουν. Τίποτα.
Και όχι πως οι γυναίκες πάνε πίσω. Ξινισμένες, ψηλομύτες, με δήθεν αέρα ντίβας, κάνεις να τις πλησιάσεις και πέφτουν να σε φάνε που τόλμησες-παλιολεχρίτη-να-μου-μιλήσεις-έχεις-δει-τη-μούρη-σου-στον-
καθρέφτη-που-θες-και-καμάκι. Κορίτσια συνέλθετε!!! Το παραμύθι με τον γαλάζιο πρίγκηπα πάνω στο λευκό άτι το έζησε η Χιονάτη, η Σταχτοπούτα και η Ποκαχόντας και εκεί μας τελείωσε. Όταν ευνουχίζεις τον άλλον μην περιμένεις και πολλά-πολλά. Το κυνήγι και η τεστοστερόνη πάνε πακέτο. Και τεστοστερόνη χωρίς όρχεις δεν βρίσκεις.
Δεν θα ήθελα να παρεξηγηθώ. Δεν μιλάω για γκομενικές ιστορίες μόνο. Μιλάω και για να κάνεις απλές γνωριμίες. Να πεις καμιά μαλακία, να κάνεις χαβαλέ, να περάσεις όμορφα βρε αδερφε! Το να ενσωματωθούν δυο παρέες είναι πιο δύσκολο από το να κουμπάριαζε ένα ρώσος με έναν αμερικάνο επί ψυχρού πολέμου! Γιατί ρε παιδιά τόσος φόβος; Γιατί τόσος φόβος τη στιγμή που υπάρχει τόση μοναξιά εκεί έξω; Έχω φτάσει στο σημείο να πιστεύω πως κάτι δεν έχω καταλάβει καλά για το πως λειτουργεί ο κόσμος. Αν
έτσι λειτουργεί η μηχανή και έγω είμαι απλά το γρανάζι που έχει βγει εκτός, τι να πω; Σας ζητώ συγνώμη για την τόση άσκοπη φλυαρία. Αλλά αν και άλλοι νιώθουν εκτός τόπου και χρόνου, μήπως θα έπρεπε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε εμείς σαν άτομα, ώστε σε μεγαλύτερο επίπεδο να ξαναστήσουμε τη μηχανή με γνώμονα την κάλυψη των αναγκών και την ολοκλήρωσή μας και όχι την κάλπικη σιγουριά των προσωπείων;



ΥΣ.: Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω την φίλη μου την Έφη Τ. , η οποία υπήρξε συν-ερευνήτριά μου εκείνο το Σάββατο. Ένα ευχαριστώ γιατί έχει υπάρξει στήριγμα, συντροφιά, ξέσπασμά τόσο στις καλές όσο και στις κακές στιγμές. Μπορεί να κρατάει βούρδουλα καμιά φορά, αλλά προτιμώ τον βούρδουλα της αλήθειας, παρά τα ζαχαρωμένα λόγια του ψέμματος.

5 Μαΐ 2007

Συγχρονισμός

Έχω πρόβλημα συγχρονισμού. Οτιδήποτε καλό, μου συμβαίνει προτού το θελήσω ή εφόσον έχω αποφασίσει πως κουράστηκα να το κυνηγάω και δεν το θέλω πια. Δεν ξέρω αν αυτό αποτελεί κάποια εξειδίκευση σε κάποιο από τους νόμους του Μέρφυ, αλλά ειλικρινά κουράστηκα. Έλεος πια!

4 Μαΐ 2007

Puppet


Είμαι μια μαριονέτα. Ο μόνος λόγος και σκοπός της ύπαρξής μου είναι να σας διασκεδάζω. Ανεβασμένη σε μια φωτισμένη σκηνή να διηγούμαι παραμύθια, να γελάω, να σκοντάφτω, να κλαίω, να πονάω. Να ζω τις ζωές που δεν ζήσατε εσείς για εσάς. Προς δική σας τέρψη και ψυχαγωγία. Αν δεν ήταν για εσάς θα ήμουν απλώς ένα κουβάρι ξύλινα μέλη και σκοινιά. Άψυχη. Ανύπαρκτη. Τιποτένια.
Κοίτομαι σκονισμένη. Σκουριά μολύνει τις αρθρώσεις μου. Σαράκι τρώει το κορμί μου. Μα είμαι πάντα πρόθυμη να δώσω μία ακόμα παράσταση. Έστω και για έναν, μόνο, θεατή.