30 Μαΐ 2007

Τόσο μακριά, τόσο κοντά.

Είχα την ευτυχία ή ατυχία (ανάλογα πως το δεις) να γεννηθώ στις αρχές της τρελής-τρελής δεκαετίας του '80 και να είμαι το πρώτο παιδί ενός ζευγαριού που ακόμα έψαχνε να καταλάβει γιατί παντρεύτηκε. Στην προσπάθειά τους αυτή οι γονείς μου, δεν είχαν πολύ χρόνο να διαθέσουν στην ανατροφή μου, οπότε με "πάρκαραν" στη γιαγιά και τον παππού (από την πλευρά της μάνας μου) και έγινα παιδί του Σαββατοκύριακου, αν και όχι του κάθε Σαββατοκύριακου μιας και, μην ξεχνάτε, το '80 σήμαινε τρία κυρίως πράγματα: κακογουστιά στο ντύσιμο, τόνους λακ στο μαλλί και DISCO!!! Με είχαν πάρει μερικές φορές μαζί τους στις εξόδους τους. Πρώτη φορά πρέπει να ήμουν τεσσάρων χρονών. Mε θυμάμαι ανεβασμένη στο τραπεζάκι να χορεύω μαζί με τον πατέρα μου. Από τότε ήμουν νυκτόβιο πλάσμα!
Μου έλειπαν οι γονείς μου. Όχι πως δεν πέρναγα υπέροχα με τους παππούδες μου. Αλλά κάθε φορά που με "αδειάζανε", κλεινόμουν στο δωμάτιο της γιαγιάς και κλαίγοντας έπαιζα παιχνίδια με τις λέξεις: "Πότε θα έρθουν να με πάρουν?" - "Ποτέ δεν θα έρθουν." - "Πότε θα έρθουν να με πάρουν?" - "Ποτέ δεν θα έρθουν". Και αυτός ο ψαλμός συνεχιζόταν ακατάπαυστα μέχρι το κλάμα να με κουράσει και να πέσω ξερή για ύπνο στο κρεββάτι της γιαγιάς.

(ΟΚ. Στάση για σκέψη. Από που ξεκίνησα και που θέλω να καταλήξω? Αν αφήσω το κουβάρι να με πάει όπου θέλει, θα μείνω εδώ να γράφω μέχρι τα δάχτυλα μου να ακινητοποιηθούν από την κούραση ή τα βλέφαρα μου να κλείσουν.)

Ήθελα να μιλήσω για τον παππού μου. Έναν άνθρωπο πέρα για πέρα ανατρεπτικό. Ένα σκανταλιάρικο παιδί που απλά δεν αποφάσισε ποτέ να μεγαλώσει. Στο χωριό που μεγάλωσε ήταν ο φόβος και ο τρόμος. Κάτι σαν τον Ντένις τον τρομερό. Μια μέρα μάζεψε καμιά δεκαριά χελώνες. Έκλεψε κεριά από την εκκλησία και τους τα κόλλησε στην πλάτη. Μόλις σουρούπωσε άναψε τα κεριά και αμόλησε τις χελώνες μέσα στο νεκροταφείο. Το χωριό χτισμένο σε πλαγιά είχε ανεμπόδιστη θέα στο νεκροταφείο, με αποτέλεσμα οι συγχωριανοί του να πάθουν αμόκ από τα περιπλανόμενα φώτα - σίγουρα βδεληρά πνεύματα τριγυρνούσαν στο χωριό!! Την ιστορία αυτή, καθώς και πολλές άλλες μου τις διηγόταν τα μεσημέρια όταν πέφταμε για ύπνο. Τον άκουγα χωμένο κάτω από τις κουβέρτες να κρυφογελάει με τα "ανδραγαθήματα" του, τα οποία παρεμπιπτόντως είναι επιβεβαιωμένα από περισσότερες από μία πηγές. Μου έλεγε επίσης ένα σωρό παραμύθια. Όχι τα χιλιοδιαβασμένα στυλ Άντερσεν, αλλά παραμύθια λαϊκά. Για ξωτικά και νεράιδες που χορεύουν στις ρεματιές ενώ όλα τα ζωντανά τριγύρω (πρόβατα, σκυλιά και τσοπάνηδες) λούφαζαν δίπλα στα πουρνάρια και στριμώχνωνταν για να νιώσουν το ένα την παρουσία του άλλου και να αποδιώξουν από πάνω τους το δέος και την παγωμένη ανάσα του ανεξήγητου που έριχνε κρύους κουβάδες ιδρώτα στις ράχες τους. Ο παππούς μου με έμαθε να πιστεύω στις νεράιδες. Μια πίστη, που καμία ασχήμια ή πραγματικότητα δεν πρόκειται να την ακυρώσει.
Πολύ συχνά πηγαίναμε με τον παππού μου στο χωριό που γεννήθηκε. Απέχει γύρω στα 10 km από το χωριό που μένω, αλλά και που πλέον έμενε κι αυτός. Το σπίτι εκεί έχει μισογκρεμιστεί από τα χρόνια, αλλά το χωριό έχει πολλές πηγές με ιαματικά νερά που αναβλύζουν από ένα, εδώ και αιώνες σβησμένο ηφαίστειο της περιοχής. Κατεβαίναμε παρέα στο ρέμα και περπατούσαμε στις όχθες μέχρι να φτάσουμε στις πηγές. Γέμιζε μπετόνια με νερό (βρώμαγε κλούβιο αυγό λόγω των θειούχων ενώσεων, αλλά έκανε καλό στο στομάχι) και με άφηνε να κυνηγάω βατράχια και να πετάω πέτρες στα ψαράκια στην ακροποταμιά. Όταν τελειώναμε με έπαιρνε στα χέρια του και πηδώντας από βραχάκι σε βραχάκι φτάναμε στην μεγάλη πλατιά πέτρα στη μέση του ρέματος , όπου καθόμασταν κάτω από υπεραιωνόβιους πλατάνους για κολατσιό. Πόσες κουβέντες... πόσες αναμνήσεις.
Μεγαλώνοντας έγινε Χωροφύλακας και ίσως από τους αντιδραστικότερους που είχαν περάσει από το σώμα. Επί δικτακτορίας, δημοκρατικός - επί μεταπολίτευσης, βασιλικός. Μετά ψήφιζε Πασοκ για χατήρι της μάνας μου. (Ήταν τρελός σας λέω ο άνθρωπος!) Τον είχαν λυσσάξει στις μεταθέσεις. Αλλά ακόμα και εκεί παιδί ήταν. Μια φορά είχε κλείσει αποβραδίς στο συρτάρι του διοικητή του μια γάτα, στης οποίας την ουρά είχε δέσει τενεκεδάκια. Το έρμο το ζωντανό αφήνιασε όλο το βράδυ. Το πρωί, και σαν κάθησε ο διοικητής του στο γραφείο και έκανε να ανοίξει το συρτάρι του, πετάχτηκε, μπροστά ο διάολος και πίσω ο τέτζερης. Έφτινε και έβριζε ο διάολος με την μεταλλικά του μπάντα να τον συνοδεύει. Μάρμαρο ο διοικητής, κατουρημένο πάνω του από τα γέλια το τμήμα. Θα ήταν ενδιαφέρον να μετρήσουμε τελικά ποιός φοβήθηκε περισσότερο. Ο άνθρωπος ή το γατί?
Τα χρόνια πέρασαν όμως, και από παιδί μπήκα στην άχαρη ηλικία της εφηβείας. Ο παππούς μου έπαψε να είναι μια από τις αγαπημένες μου παρέες. Το να πάω να τον δω (μιας και πλέον έμενα με τους δικούς μου) ήταν χειρότερο και από αγγαρεία, εκτός βέβαια από την πρώτη κάθε μήνα που έμπαινε η σύνταξη και έπεφτε το σχετικό, γενναιόδωρο χαρτζιλίκι. Αλήθεια, για πόσα αργύρια τον πρόδωσα?
7 Γεννάρη: Ήταν η γιορτή μου. Πήγαινα για μάθημα και τον πέτυχα στο δρόμο να πηγαίνει βόλτα με το ποδήλατό του στο καφενείο. Σταμάτησε, μου έδωσε λεφτά για την γιορτή μου και μου ζήτησε να πάω να τους δω κάποια μέρα. Φυσικά και δεν πήγα.
9 Γεννάρη: Ο ανηψιός του (γιός του αδερφού του) παντρευόταν. Εγώ δεν πήγα στον γάμο. Πολύ un-cool (για να χρησιμοποιήσω εκφράσεις τις εποχής) κατάσταση για τα γούστα μου. Όλο το σόι και οι φίλοι του μαζεμένοι. Εκείνο το βράδυ έδωσε ρέστα. Έφαγε, ήπιε, χόρεψε, γλέντησε, θυμήθηκε, συγκινήθηκε.
10 Γεννάρη: Ξημέρωμα. Σηκώθηκε να πάει στο κτήμα. Το αγαπούσε πολύ. Τόσο πολύ που φαντάζομαι πρέπει να σκέφτηκε: "Θεέ μου, μακάρι να μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα". Και μάλλον ο Θεός εισάκουσε την δέησή του. Δεν γύρισε ποτέ. Η καρδιά του σταμάτησε εκεί. Στο αγαπημένο του μέρος, έχοντας, μόλις το προηγούμενο βράδυ, δει και χαιρετήσει όλους τους ανθρώπους που αγαπούσε.

Μου λείπει πολύ ο παππούς μου. Δεν ξέρω τι με έπιασε και αποφάσισα να του κάνω αυτό το μνημόσυνο. Πάνε 13 χρόνια από τότε. Αλλά ούτε για μια στιγμή δεν απαλλάχτηκα από τις τύψεις. Τύψεις που δεν έψαξα, δεν προσπάθησα, δεν βρήκα περισσότερες ευκαιρίες να του πω πόσο τον αγαπάω και πόσο σημαντικός ήταν για μένα. Δεν ξέρω τι συμβαίνει "μετά". Αλλά θα ήθελα να πιστεύω πως βρίσκεται κάπου και με νιώθει. Είναι κάπου εκεί και με ακούει. Με ακούει να του λέω:
"Παππού μου, σ' αγαπώ πολύ"


ΥΓ.: Το ξέρω ότι ίσως θεωρηθεί ότι είμαι παρανοϊκή ή ότι οι αναμνήσεις θόλωσαν τη λογική και την κρίση μου. Δέκα λεπτά από όταν έγραψα αυτές τις σκέψεις (είμαι του hard-copy εγώ) πέρασα από το σπίτι της γιαγιάς μου να την δω. Με έστειλε στον κήπο να της μαζέψω πορτοκάλια. Σκαρφαλωμένη στο δέντρο, ανάμεσα στους πορτοκαλανθούς, τον ένιωσα. Γιατί αν ο παππούς μου ήταν άρωμα θα μύριζε σαν τις πορτοκαλιές του. Τώρα ξέρω πως όχι μόνο με άκουσε, αλλά, με τον τρόπο του, μου απάντησε κιόλας.

1 σχόλιο:

A.Charantonis είπε...

Αν και νιόθω μοναδικός αναγνώστης σου ώρες ώρες τέτοια ποστ πιστεύω πως αποδικνείουν πως δε χρειάζεται κανείς πολλούς αναγνώστες για να γράφει καλά...